rather a child than a thousand libraries


Harry said, ‘I love looking at Alice now she’s pregnant. She’s even more ravishing – her skin, her eyes, her hair just glows.’ Mamoon nodded sullenly. ‘You once said, sir, and under pertinent circumstances, «Rather a book than a child,» didn’t you?’
‘You invented that.’
‘I think I remember reading it in Peggy’s diaries,’ said Harry.
‘Why did you think such a thing?’ Alice said to Mamoon, opening her eyes. ‘Did you never want a child, maestro?’
‘Don’t believe a word you read,’ said Mamoon.
‘My blood’s gone to my feet,’ said Alice. ‘I feel quite faint. I thought I had more puff. The children are already taking my life.’
Harry stroked Alice’s hair. ‘Books are traps: rather a child than a thousand libraries. Stories are merely a substitute.’
‘For what?’ said Mamoon.
He kissed Alice. ‘The real thing. The woman.’


Χανίφ Κιουρέισι, The Last Word (Faber & Faber, 2014)




Άλλος πατέρας σαν αυτόν


Παραθέτω παρακάτω δύο φράσεις που μου ήρθαν ξαφνικά στο νου σήμερα το πρωί, καθώς δείχνω στον Ντάνιελ πώς να φτιάχνει ομελέτα.
«»Και τώρα θέλω να μάθω», λέει η γυναίκα με τρομερή ένταση, «θέλω να μάθω αν είναι δυνατόν να βρεθεί άλλος πατέρας σαν αυτόν σε ολόκληρο τον κόσμο»». (Ισαάκ Μπάμπελ)
«Τα παιδιά έχουν πάντα μια τάση είτε να υποβιβάζουν είτε να εξυψώνουν τους γονείς τους και για έναν καλό γιο ο δικός του πατέρας είναι πάντοτε ο καλύτερος πατέρας στον κόσμο, εντελώς ξέχωρα από οποιονδήποτε αντικειμενικό λόγο που μπορεί να έχει για να τον θαυμάζει». (Προυστ)

Πολ Όστερ, Η επινόηση της μοναξιάς (εκδ. Ζαχαρόπουλος, μτφρ. Βίκυς Κυριαζή)





άλλη αυγή: άγνωστη


Τετάρτη βράδυ, 30 Οκτώβρη [1940]

Τώρα, μια στιγμή έξω από τη ζάλη, προσπαθώ να σημειώσω όσα θυμάμαι από τη νύχτα του περασμένου Σαββάτου. Έχω την εντύπωση πως πρόκειται για αναμνήσεις χρόνων: […]

Δευτέρα, 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: «Έχουμε πόλεμο.» Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα.


Γιώργος Σεφέρης, Μέρες (Γ, 257)




Ο Λέοναρντ Μπερνστάιν για τον Γκλεν Γκουλντ


At some point, early on—I think when he was doing the Beethoven C Minor Concerto with me— Glenn and I were going to do some work at my apartment, so I invited him to dinner first. This was the first time Felicia, my wife, had actually met him. As you know, Glenn had a «cold complex». He had a fur hat on all the time, several pairs of gloves and I don’t know how many mufflers, and coat upon coat. He arrived and began taking off all, or at least some of these things, and Felicia met and loved him instantly. «Oh», she said, «aren’t you going to take off your hat?» He had a fur astrakhan cap on, and he said, «Well, I don’t think so». At length, he did, and there was all this rotting, matted, sweaty hair that hadn’t been shampooed in God knows how long. It was disappearing because it was so unhealthy. Before I knew it, Felicia—before «Have a drink» or anything— had him in the bathroom, washed his hair and cut it, and he emerged from the bathroom looking like an angel. I’ve never seen anything so beautiful as Glenn Gould coming out of that bathroom with his wonderful blond clean hair.
There was a marvellous relationship that sprang up instantly between Glenn and Felicia which lasted through the years. I remember when during the summer of 1955—several years before we met Glenn— Felicia was waiting to give birth to our son, Alexander. The doctors had miscalculated, so we had an extra month to wait. It was June; there was a heat wave in New York; she was in her ninth month and very easily tired and disgruntled. One of the great sources of comfort to us during that month was Glenn’s first recording of the Goldberg Variations which had just come out. It became «our song».


Leonard Bernstein, The truth about a legend, από τον τόμο Glenn Gould Variations (επιμ. John McGreevy, εκδ. Quill, 1983)



Ένας διάλογος του Γκλεν Γκουλντ με τον Γκλεν Γκουλντ


The practice he gained in doing impersonations also led Gould to create imaginary dialogues in which he talked to himself. Two of these have been published. The first explored Glenn’s ideas about Beethoven. Here is a fragment.


g.g.: … like most professional musicians, you have a pronounced penchant for the late [string] quartets and piano sonatas.
G.G.: I listen to them a lot, yes.
g.g.: That’s not really what I was asking you, Mr. Gould.
G.G.: Well, those are very problematic works, you see, and I—
g.g.: Please, Mr. Gould, with all due respect, we don’t need you to tell us that. If I’m not mistaken, even one of Huxley’s characters—what was his name?—
G.G.: Spandrell or something, wasn’t it?
g.g.: Yes, thank you—even he committed suicide more or less to the accompaniment of Op. 132, didn’t he?
G.G.: That’s right. Well, I apologise for the clichés, but those works really are very elusive, you know—very enigmatic, very—
g.g.: How about «ambivalent»?
G.G.: Don’t be hostile.


Peter F. Ostwald, Glenn Gould – The Ecstasy and Tragedy of Genius (Norton, 1998)



Ένας διάλογος του Γκλεν Γκουλντ με τον Γεχούντι Μενουχίν


Μενουχίν: Από την άλλη, όταν έχεις ολοκληρώσει μια ηχογράφηση, είσαι βέβαιος ότι δεν αγνοείς, μέχρις ενός σημείου, τον ακροατή; Είσαι βέβαιος ότι την ακούει με την ίδια αφοσίωση και συγκέντρωση που θα την άκουγε σε μια αίθουσα συναυλιών; Μπορεί το μπέικον που τηγανίζει να τον διακόψει. Ενώ η αίθουσα συναυλιών έχει κάτι το συναρπαστικό. Εξάλλου ορισμένες μουσικές, όπως για παράδειγμα τα Κατά Ματθαίον Πάθη, αποτελούν ομαδική εμπειρία. Το εκκλησίασμα πρέπει να νιώθει και να αντιδρά ως ενιαίο σώμα.
Γκουλντ: Ναι, «όταν δύο ή τρεις είναι συγκεντρωμένοι…». Προσωπικά πιστεύω ότι η μεγαλύτερη πνευματική κοινωνία είναι εκείνη μεταξύ του καλλιτέχνη και του κατ’ οίκον ακροατή. Μπορώ να πω ακόμα ότι το σωστότερο απ’ όσα κάνει η τεχνολογία είναι ότι απελευθερώνει τον ακροατή ώστε αυτός να είναι συμμέτοχος, και μάλιστα με τρόπους που παλιότερα ήταν υπό τον έλεγχο του ερμηνευτή. Δίνει λοιπόν στον ακροατή δυνατότητες τις οποίες δεν διέθετε προηγουμένως.
Μενουχίν: Ούτε αυτό όμως ακυρώνει την αίθουσα συναυλιών. Η ζωντανή συναυλία αποτελεί μια ουσιαστική εμπειρία και παραμένει το πρότυπο βάσει του οποίου κρίνεται οτιδήποτε άλλο.
Γκουλντ: Αυτά είναι ανοησίες Γεχούντι. Οι συναυλίες ήταν το πρότυπο έως ότου ήρθε κάτι άλλο που τις αντικατέστησε· κι αυτό το κάτι είναι η ηχογράφηση. Το σίγουρο είναι ότι σήμερα το πρότυπο βάσει του οποίου πρέπει να κρίνεται η συναυλία είναι η ηχογράφηση.
Μενουχίν: Αν δεν πρόκειται να αναρριχηθεί κανείς πια σε βουνό και πρέπει, αντ’ αυτού, να ικανοποιούμαστε με ταινίες που δείχνουν αναρριχήσεις, τότε πού βρισκόμαστε;
Γκουλντ: Βρισκόμαστε κάπου όπου οι άνθρωποι δεν αναρριχώνται σε βουνά, που νομίζω ότι είναι πάρα πολύ καλό. Θα μειωθούν έτσι οι θάνατοι ετησίως.
Μενουχίν: Δεν είναι ωραίο αυτό που λες. Αντ’ αυτού θα έχουμε αναξιοπρεπείς θανάτους σε αυτοκινητικά δυστυχήματα.
Γκουλντ: Εάν διέθετα την τεχνολογία θα απέτρεπα ακόμα κι αυτούς.


Από τον ωραίο τόμο Glenn Gould, Σκέψεις για τη μουσική (επιλογή-μετάφραση: Στέφανος Θεοδωρίδης, εκδ. Νεφέλη, 2012)



“No lonelier or more connecting moment”: για την Cavatina του κουαρτέτου εγχόρδων opus 130 του Μπετόβεν


«The version of the Cavatina recorded by the Budapest String Quartet was the last track on the Voyager Golden Record, one of several gold-plated discs placed on the Voyager probes launched by NASA in 1977 that were intended to convey a snapshot of humanity to any space traveler who might find it in the future. […]

Beethoven wrote beklemmt above [the first violin] part in the middle section of the Cavatina that both Virginia and Leonard Woolf imagined as a suitable accompaniment to the exit of a coffin during a crematorium service. ‘Oppressed’, ‘anguished’ or ‘constricted’ are often offered as translations, but in this context perhaps ‘afflicted‘ gets closest to the meaning. […]

Rests choke the melodic line — the exact opposite of the smooth, molto espressivo phrases with which Beethoven began the movement. From a composer who expanded the range and intensity of emotional expression in his music comes another innovation and contradiction: grief too searing to be easily expressed, intended to be communicated to a public audience. There is no lonelier or more connecting moment in the whole Beethoven cycle.”


Edward Dusinberre (Takács Quartet): Beethoven for a later age — The journey of a string quartet (Faber & Faber, 2016)